Nightfell – A Sanity Deranged (2019)

Όσοι έχετε ανατριχιάσει με Tragedy, γνωρίζετε τις δυνατότητες του Tom Burdette. Του ανθρώπου δηλαδή, που έκανε με αυτόν τον δίσκο, το 3/3. 3/3 χωρίς καμία έκπτωση στην ποιότητα, χωρίς πολλά πολλά, χωρίς φλυαρίες. Όσο περιγραφικός και να γίνω, και θα προσπαθήσω το δίχως άλλο να είμαι, όσο πλέρια κι αν αποδώσω αυτό που ακούω μόλις πατήσω το play, για να παραφράσω (πολύ) τον Αλτουσσέρ, τίποτα δεν συγκρίνεται με το ίδιο το πράγμα, ούτε και η περιγραφή του πράγματος. Αλλά η αρχή διαρκεί όσο το ίδιο το πράγμα, και σε αυτήν την περίπτωση αυτό ισχύει απόλυτα. Το αίσθημα που σου μεταφέρουν οι Nightfell όταν, χωρίς να το πολυκουράζουν (όπως ανεπιτυχώς κάνει ο γράφων) με την μια, με το πρώτο riff μαυρίζουν οτιδήποτε υπάρχει στο οπτικό σου πεδίο, με το τρομερό συνδυασμό black/death/doom, καθώς και εκείνων των αργών μελωδιών που ανασταίνουν τους Tragedy στο μυαλό του καθενός μας, είναι ένα αίσθημα αφοπλιστικό. Και δεν σταματάει για όλο τον δίσκο. Η ροή κάθε κομματιού (και άρα και του ίδιου του δίσκου) είναι ιδανική. Πανέμορφη, απλή, λιτή, όπως και η μουσική τους. Είναι συνάμα τόσο ψυχρό σε σημεία, αλλά και τόσο συναισθηματικό Η μελωδία το κάνει αυτό που είναι, το ανυψώνει. Είναι δίσκος με ευρωπαϊκό αέρα, για να γίνω σαφής. Αλλά δεν παύει να είναι αμερικάνικος μέσα στην απλότητα και την αμεσότητά του. Με φωνητικά ιδανικά για να πλαισιώσουν την απόγνωση, με rhythm section στιβαρό, αλλά με τα πρωτεία να πηγαίνουν στις κιθάρες, που σε αναγκάζουν να τους δώσεις όλη σου την προσοχή σε κάθε κομμάτι. Από το συναισθηματικό «(As Of Now) We Must Succumb» (έπος), στην μεσαιωνική, αργόσυρτη ατμόσφαιρα του To The Flame, από την μαγεία του The Swallowing of Flies (τι ηγεμονικό κομμάτι) στο κλείσιμο με την ταφόπλακα του Sanity Deranged, δεν προλαβαίνεις να πάρεις ανάσα. Όλα είναι τόσο τέλεια τοποθετημένα, τόσο καλοδουλεμένα, τόσο άρτια και απέριττα. Πρόκειται για doom με όλη την σημασία της λέξης, αλλά έχει αυτές τις crust, εθιστικές μελωδίες που αγαπήσαμε στους Tragedy και γαμώτο, το κάνει τέλεια.  Τα κάνουν όλα τέλεια. Ενίοτε αργός, ενίοτε mid-tempo, αλλού black, αλλού death, αλλά πάντα μαύρος στην ουσία του. Δίσκος για να κολλήσετε.

Υ.Γ. Οι στίχοι, ειδικά για όσους γνωρίζουν τους πρωταγωνιστές από τις προηγούμενες δουλειές τους, αξίζουν της προσοχής σας.

(και τι εξώφυλλο…)

 

 

 

Mortem – Ravnsvart (2019)

Και να λοιπόν, επαναδραστηριοποιήθηκαν. Δεν θέλω να τους αποκαλέσω pre-Arcturus (αν και μια συγκεκριμένη διαλεκτική μεταξύ των δύο υπάρχει), ωστόσο πολύς κόσμος τους έμαθε έτσι. Σε κάθε περίπτωση, ο (ίσως) καλύτερος drummer της γενιάς του, και ο συνθέτης που μας έμαθε μουσική με όλα τα γράμματα κεφαλαία, ξαναβρίσκονται. Με το λεγόμενο majestic black metal, αυτό δηλαδή το μεγαλειώδες τερατούργημα που το προτέρημά του κατέληξε η κατάρα του, διατηρώ μια ιδιαίτερη σχέση. Με τους Νορβηγούς δε, καλλιτέχνες, έχω μάθει να περιμένω. Κυρίως γιατί πολλοί από αυτούς (Sverd και Hellhammer δεν αποτελούν εξαιρέσεις) σέβονται την μουσική τους και την παρουσιάζουν όταν πρέπει. Λοιπόν το Ravnsvart είναι ΑΚΡΙΒΩΣ ο δίσκος που ήθελα για τον χειμώνα μου. Είναι τέτοια η ποιότητά του, τέτοια η εμπειρία του Sverd, τέτοιο το ηγεμονικό παίξιμο του Hellhammer, που πραγματικά λυπάμαι μπάντες που δραστηριοποιούνται σε αυτό το ιδίωμα, γιατί ο δίσκος θα τις σκουπίσει. Θα τις σκουπίσει γιατί οι δημιουργοί του με τρόπο ιδιοφυές, αλλά και με μια φαινομενική απλότητα και ευκολία, έχουν στήσει τις συνθέσεις κατά τρόπο τόσο ηγεμονικό, τόσο μεγαλόπρεπο και συνάμα τόσο μαύρο (μα πώς αλλιώς να περιγράψεις εκείνο το σημείο, προς το τέλος του ομότιτλου κομματιού, που τα πλήκτρα του Sverd είναι όλο το κομμάτι ; ) που δεν μπορείς να αμφισβητήσεις τίποτα. Απλώς ακούς και παρασύρεσαι. Η ροή είναι πραγματικά αψεγάδιαστη. Τα κομμάτια, εθιστικά. Κάθε ένα περιέχει τουλάχιστον ένα σημείο όπου τα πλήκτρα του Sverd δεν χτίζουν απλώς το κομμάτι, το σηκώνουν στις πλάτες του, το κάνουν να αγγίξει νέα ύψη (Blood Horizon, The Core ενδεικτικά). Το ότι ο Hellhammer, στα 50 του (!) παίζει ακόμα σαν να είναι στα 20 σίγουρα έχει να κάνει με τον επαγγελματισμό του (καθόλου τσιγάρο, ελάχιστο αλκοόλ, άθληση) αλλά και με το ταλέντο του που παραμένει ένα σκαλί πιο πάνω από τους περισσότερους. Το άρρωστο rhythm section του δίσκου του χρωστάει πολλά. Τα φωνητικά, χωρίς να αποτελούν κάτι ιδιαίτερο, είναι σίγουρα ικανοποιητικά. Αλλά είμαι αναγκασμένος να επανέλθω στον έναν. Στον δημιουργό. Ο Sverd έχει αυτή την ιδιότητα, με τα πλήκτρα του, με τις συνθέσεις του, να σε συνεπαίρνει και να σε μεταφέρει σε ένα παραμύθι ολοδικό του, έχει την δυνατότητα να δημιουργεί με τέτοια πλαστικότητα ένα σύνολο αδιαίρετο, όπου κάθε τι είναι σωστά τοποθετημένο για να οικοδομήσει το όλον. Τα πλήκτρα του σε κάθε κομμάτι δίνουν ρέστα, ακριβώς γιατί είναι το majestic αυτό στοιχείο που λατρέψαμε στον πρώτο δίσκο των (θεών) Arcturus και στην ένδοξη, ηγεμονική καριέρα των (θεών) Emperor. Όποιος αγάπησε το Aspera Hiems Symphonia, ας προχωρήσει χωρίς φόβο,  αλλά με πάθος (γιατί πάθος θα ακούσει). Όπως και ο οποιοσδήποτε θέλει τα ακραία του ακούσματα σοφιστικέ (το λέω χωρίς καμία αρνητική χροιά), ηγεμονικά, ψυχρά. Οι συνθέτες του, δεν φλυαρούν. 8 συνθέσεις, καμία αχρείαστη στιγμή, καμία στιγμή που να τολμήσεις να βαρεθείς. Όλα ξεκινάνε, συνεχίζουν και καταλήγουν όπως πρέπει.

Θα την αναπτύξω και αλλού την ακόλουθη άποψη, θέλω να το πω και εδώ. Κάθε τι πρέπει να εξετάζεται στην χρονικότητά του. Εάν το Ravnsvart είχε κυκλοφορήσει στην δεκαετία του ’90, μπορεί να είχε άλλη αντιμετώπιση. Μπορεί σε αυτή τη συγκυρία να είναι ετεροχρονισμένο σε σχέση με το τι κυκλοφορεί στο black, ωστόσο δεν παύει να αποτελεί υπενθύμιση μεγαλείου. Ο δίσκος που περίμενα από τον Sverd πολλά χρόνια.

.                                                                                                               

Ved Buens Ende, Agnes Vein live στο 8ball

Η αλήθεια είναι ότι αμφιταλαντευόμουν λίγο σχετικά με το εάν θα πεταγόμουν μέχρι το 8ball για το συγκεκριμένο live. Λίγο η κούραση της ημέρας, λίγο το γεγονός ότι σνομπάρω πλέον τις συναυλίες (είχα χρόνια να πάω σε metal live), δεν ήμουν σίγουρος εάν θα τιμούσα τους Νορβηγούς. Επειδή όμως αποφάσισαν να μας τιμήσουν αυτοί, και επειδή δεν ήμουν σίγουρος πότε θα είχα ξανά την ευκαιρία να τους δω (τέτοια live δεν χάνονται) αγόρασα το εισιτηριάκι μου και έφθασα στο 8ball τη στιγμή ακριβώς που ξεκινούσαν οι εξαιρετικοί Agnes Vein. Δεν τους είχα ακούσει πιο πριν τολμώ να πω, αλλά μου άφησαν εξαιρετικές εντυπώσεις. Το υλικό τους σίγουρα αξίζει για όποιον γουστάρει doom/sludge, και το πάθος με το οποίο εκτελούσαν τα κομμάτια επί σκηνής ήταν αρκετό. Ο ήχος ήταν αξιοπρεπής, αν και διατηρώ τις αμφιβολίες μου σχετικά με το εάν το 8ball είναι χώρος κατάλληλος για live (πχ Primordial που είχα δει εκεί είχα απογοητευτεί από τον ήχο).Υπόσχεση στον εαυτό μου να τους τσεκάρω σύντομα, μόλις ακούσω τα 5.000 πράγματα που έχω στην λίστα μου. Λίγο αφότου τελείωσαν το set τους, ανεβαίνει στη σκηνή ο λόγος που βγήκα από το σπίτι μου  αυτό το Σαββατόβραδο. Skoll (θεός), Vicotnik (είδωλο) και ο συμπαθής Carl Michael Eide (Agressor ή Czarl) ξεκινούν το σετ μπροστά σε ένα μικρό, ομολογουμένως, κοινό, αλλά αυτό ήταν κάτι το αναμενόμενο. Η αλήθεια είναι πως η μουσική των Ved Buens Ende δεν είναι ακριβώς αυτό που αποκαλούμε «συναυλιακή» (για λίγες νορβηγικές μπάντες μπορώ να το πω αυτό), και εδώ και καιρό έχω συνηθίσει να ακούω μουσική με ακουστικά στην ηρεμία του σπιτιού μου, ειδικά όταν πρόκειται για υλικό που θέλει πολλές ακροάσεις για να κολλήσεις. Ωστόσο, η εκτέλεση των κομματιών ήταν άψογη, ο ήχος πολύ καλός (αν εξαιρέσουμε μερικά σημεία που μας τα χάλασε) και οι λιγομίλητοι Νορβηγοί μου έδωσαν ακριβώς αυτό που ήθελα. Δεν πρόκειται ακριβώς για μουσική που είμαι συνηθισμένος να ακούω live, και οι avant garde δομές τους σίγουρα δεν κάνουν τα πράγματα πιο εύκολα, αλλά απόλαυσα αυτό που είδα. Ήταν «ψυχρό» αλλά καλοδουλεμένο έτσι ώστε η εκτέλεση και η σκηνική παρουσίαση να ταιριάζουν με το υλικό. Άκουσα You That May Wither οπότε είμαι ευτυχισμένος, τους συμπάθησα λίγο παραπάνω (αξιοσημείωτο, αν σκεφτεί κανείς ότι τους λατρεύω), έβγαλα τον fanboy-σμό μου στο τέλος με φωτό και αυτόγραφο από τον Vicotnik, έναν από τους αγαπημένους μου συνθέτες και έφυγα πλήρης.  Τα φωνητικά του Agressor ήταν αψεγάδιαστα, ο Vicotnik απέδειξε πόσο επαγγελματίας είναι (όπως και ο drummer τους) ενώ για άλλη μια φορά έμεινα μαλάκας με τις μπασογραμμές του Skoll. Μπορεί να κράτησε λίγο σαν live (λίγο παραπάνω από ώρα) ωστόσο και αυτό δεν προκαλεί έκπληξη. Ελπίζω οι υποσχέσεις που είχαν, προ δεκαετίας, δώσει, για νέο υλικό, να γίνουν κάποια στιγμή πραγματικότητα (αν και μέχρι τότε μπορώ να αρκεστώ και σε ένα live των λατρεμένων Dodheimsgard). Εν ολίγοις, ωραία εμπειρία αλλά για κοινό που είναι εξοικειωμένο με το στριφνό υλικό των Νορβηγών. (το λέω για μια τελευταία φορά, έτσι για το γαμώτο, μου αρκεί που είδα από κοντά τον αρχηγό Vicotnik).

 

 

.

Graveyard – Hold Back The Dawn

Οι Καταλανοί (κοινός κιθαρίστας με τους Teitanblood) παρουσιάζουν εδώ έναν από τους δίσκους της χρονιάς. Ένα αποστομωτικό σύνολο που ελάχιστη σχέση έχει όμως με τα έργα των Μαδριλένων. Στο Hold Back the Dawn παρελαύνει όλη η βορειοευρωπαϊκή σκηνή. Σουηδία, Βρετανία αλλά κυρίως, η προσωπική αγαπημένη μου, η Φινλανδική. Θεωρώ τον δίσκο φόρο τιμής στο ακατέργαστο διαμάντι που ακούει στο όνομα Slumber of Sullen Eyes, των θεών Demigod. Μελωδίες, doom περάσματα, κτηνώδης βιαιότητα εναλλάσσονται καθόλη τη διάρκεια του δίσκου. Η φινλανδικές επιρροές διακρίνονται ακόμη και στον τρόπο που, με στρατηγική μαεστρία, είναι τοποθετημένα τα πλήκτρα. Ο ήχος θυμίζει κυρίως Σκανδιναβία, η δουλειά στις κιθάρες είναι υποδειγματική, μια επίδειξη δύναμης. Κυρίως εντείνουν την μαύρη ατμόσφαιρα αλλά και την επιβλητικότητα του συνόλου. Τα φωνητικά είναι στοιχειωτικά αλλά και ηγεμονικά. Προσωπικά αγαπημένα τα τέσσερα πρώτα κομμάτια (χωρίς να σημαίνει ότι τα άλλα τέσσερα υστερούν κάπου), επειδή έχουν μια γενναία πινελιά από Bolt Thrower-ική ηγεμονία, που τόσο καλά αναπαράγουν οι Καταλανοί (πόσο αυτοκρατορικό το τελείωμα του Hurled Into Damnation). Ο δίσκος τσακίζει κόκαλα. Το The Storm Above απόδειξη για τον κάθε άπιστο. Το κλείσιμο με το Madre de la Noche, με το περίεργο, Pink Floyd-ικο και συνάμα κινηματογραφικό τελείωμα, αλλά κυρίως την τρομερή ροή (μέχρι και heavy metal έχωσαν μέσα οι θεοί), δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για έναν από τους δίσκους της χρονιάς. Bolt Thrower, Entombed αλλά κυρίως Demigod, παρελαύνουν μπροστά στον άφωνο ακροατή. Τους Καταλανούς δεν τους γνώριζα αλλά θα τους έχω σίγουρα στη λίστα μου (στην τελική δεν σκηνοθετούν όλοι Lovecraft-ικα έπη με τόση μαεστρία) και θα καταπιαστώ με τα υπόλοιπα πονήματά τους οσονούπω…

Το εξώφυλλο είναι όσο kitsch χρειάζεται για να είναι του γούστου μου (αρκετά κομικάδικο). Must για όποιον έχει επενδύσει στο death, δίσκος διαμάντι για το ιδίωμα που πολλούς από εμάς μας έχωσε στον ακραίο ήχο…

Svartidauði – Revelations of the Red Sword

Παρακολουθώ τους Ισλανδούς σε κάθε τους βήμα, τολμώ δε να πω ότι είχα μείνει μαλάκας με το ντεμπούτο τους, το τρομακτικό Flesh Cathedral. Πρόκειται για δίσκο στον οποίο βυθίζεσαι όλο και πιο πολύ όσο τον ακούς, με διάφορα εθιστικά σημεία διάσπαρτα. Σε παράλληλο μήκος κύματος κινείται και το δεύτερο full length της μπάντας. Το Revelations of the Red Sword είναι μια ωδή στην απαισιοδοξία. Πιο καθαρή παραγωγή, μικρότερα κομμάτια αλλά η ίδια ένταση και η ίδια ατμόσφαιρα με κάθε ένα από τα προηγούμενα πονήματα των Ισλανδών. Μελωδίες παντού να σε υπνωτίζουν και να σε καταθλίβουν, εικονοπλαστικές και αγχωτικές. Ζεστός ήχος, με τις κιθάρες να βρίσκονται σε έξαρση. Απαράμιλλη τεχνική στα τύμπανα, για να δέσει το οικοδόμημα όπως του αρμόζει. Η μπάντα μοιάζει ασταμάτητη και δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο, μια δική της ατμόσφαιρα έτοιμη να σε καταπιεί. Οι μελωδίες είναι εθιστικές, πραγματικά εξαιρετικά τοποθετημένες μέσα σε όλο αυτό το avant garde χάος που έχουν παρουσιάσει οι Ισλανδοί. Το Wolves of the Red Sun και το εισαγωγικό Sol Ascending αποδεικνύουν τα λεγόμενά μου με τον πιο περίτρανο τρόπο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στο δίσκο ξεχωρίζουν δύο κομμάτια. Το σύνολο τσακίζει κόκκαλα. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στα φωνητικά. Σπαραχτικά, τρομαχτικά, γεμάτα ένταση, πάθος, φωνές σε απόγνωση. Τρομερή δουλειά από τον Sturla Viðar στο μικρόφωνο.

Υπάρχουν συναισθηματικές κορυφώσεις, υπάρχουν ρυθμοί και μελωδίες που σε υπνωτίζουν, ένα ολόκληρο έργο παίζεται μπροστά στα μάτια σου, πρόκειται για κινηματογραφικό δίσκο.

Στο σύνολό του το πόνημα είναι μεγαλόπρεπο, σαρωτικό και κλείνει στόματα, αποδεικνύοντας ποια σκηνή κρατάει ζωντανό το ιδίωμα. Σε μια χρονιά που το ισλανδικό black metal οργιάζει, οι Svartidauði έρχονται να μας θυμίσουν γιατί το black παραμένει ένα από τα πιο ιδιαίτερα ιδιώματα. Με έναν δίσκο γεμάτο ένταση, πάθος και τελετουργική υφή αγγίζουν μια δική τους κορυφή και εξελίσσουν περαιτέρω το αγαπημένο μου ιδίωμα…

Misþyrming – Söngvar elds og óreiðu (2015)

Τη σκηνή φέτος μέχρι στιγμής την κρατάει η Σκανδιναβία. Και τούτοι οι Ισλανδοί έχουν παίξει τεράστιο ρόλο σε αυτή την ηγεμονία.Το ντεμπούτο τους κυκλοφόρησε φέτος, από την αγαπητή Fallen Empire Records, και συνιστά έναν black metal δίσκο δύστροπο που έρχεται να καλύψει πολλά κενά. Και τα καταφέρνει.

Αρχικά η ατμόσφαιρα είναι βγαλμένη από το Ισλανδικό ημικαταθλιπτικό σκότος και ψύχος που για μισό εκατομμύριο ανθρώπους σε εκείνη τη γωνία της γης λέγεται «καθημερινότητα». Τονίζω απλώς πως φώτα κατά την ακρόαση δεν συνίστανται.

Αυτό που σε πρώτο επίπεδο διακρίνει κανείς είναι ένας συνδυασμός επιθετικών στιγμών, συναισθηματικών κορυφώσεων (ελάχιστων) και δύστροπων μουσικών θεμάτων. Και όλα αυτά με μια απόμακρη παραγωγή που απλώς σε κάνει να αισθάνεσαι υπερβολικά άβολα σε σημεία.

Ιδιαίτερης μνείας χαίρουν τα φωνητικά. Απεγνωσμένα, επιβλητικά, ηγεμονικά, τρομακτικά, ψυχρά, κοινώς μια από τις καλύτερες φωνές του ιδιώματος, που εδώ αξιοποιεί την τεχνογνωσία των DsO, φιλτράροντάς την μέσα από τις ανάγκες του υλικού που συνοδεύει.

Τα μουσικά θέματα που αναδεικνύουν οι κιθάρες αποπνέουν είτε ένα ψύχος απαράμιλλης ομορφιάς, είτε μια επιθετικότητα που όμοιά της είχα να ακούσω από τον δεύτερο δίσκο των Antaeus. Η πλάστιγγα προφανώς γέρνει υπέρ των καταθλιπτικών στιγμών, μιας και η γενικότερη ατμόσφαιρα είναι προσανατολισμένη εκεί. Ορισμένες φορές δεν αποκλείεται κατά τη διάρκεια της ακρόασης να χαθείτε, αλλά αυτό είναι μέρος του σχεδίου. Τα βίαια ξεσπάσματα θα σας επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Οι συναισθηματισμοί τους είναι εκθαμβωτικοί.

Μαγευτικός δίσκος που δημιουργεί με το έτσι θέλω μια νέα πραγματικότητα, μέσα στην οποία ζεις και δεν σε ενδιαφέρει τίποτε άλλο, όσο ακούς αυτή τη μουσική. Η μακάβριες φωτογραφίες που ακολουθούν θα ξεδιαλύνουν κι’ άλλο το τοπίο. Απλά θεοί.

band

cover