Svartidauði – Revelations of the Red Sword

Παρακολουθώ τους Ισλανδούς σε κάθε τους βήμα, τολμώ δε να πω ότι είχα μείνει μαλάκας με το ντεμπούτο τους, το τρομακτικό Flesh Cathedral. Πρόκειται για δίσκο στον οποίο βυθίζεσαι όλο και πιο πολύ όσο τον ακούς, με διάφορα εθιστικά σημεία διάσπαρτα. Σε παράλληλο μήκος κύματος κινείται και το δεύτερο full length της μπάντας. Το Revelations of the Red Sword είναι μια ωδή στην απαισιοδοξία. Πιο καθαρή παραγωγή, μικρότερα κομμάτια αλλά η ίδια ένταση και η ίδια ατμόσφαιρα με κάθε ένα από τα προηγούμενα πονήματα των Ισλανδών. Μελωδίες παντού να σε υπνωτίζουν και να σε καταθλίβουν, εικονοπλαστικές και αγχωτικές. Ζεστός ήχος, με τις κιθάρες να βρίσκονται σε έξαρση. Απαράμιλλη τεχνική στα τύμπανα, για να δέσει το οικοδόμημα όπως του αρμόζει. Η μπάντα μοιάζει ασταμάτητη και δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο, μια δική της ατμόσφαιρα έτοιμη να σε καταπιεί. Οι μελωδίες είναι εθιστικές, πραγματικά εξαιρετικά τοποθετημένες μέσα σε όλο αυτό το avant garde χάος που έχουν παρουσιάσει οι Ισλανδοί. Το Wolves of the Red Sun και το εισαγωγικό Sol Ascending αποδεικνύουν τα λεγόμενά μου με τον πιο περίτρανο τρόπο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στο δίσκο ξεχωρίζουν δύο κομμάτια. Το σύνολο τσακίζει κόκκαλα. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στα φωνητικά. Σπαραχτικά, τρομαχτικά, γεμάτα ένταση, πάθος, φωνές σε απόγνωση. Τρομερή δουλειά από τον Sturla Viðar στο μικρόφωνο.

Υπάρχουν συναισθηματικές κορυφώσεις, υπάρχουν ρυθμοί και μελωδίες που σε υπνωτίζουν, ένα ολόκληρο έργο παίζεται μπροστά στα μάτια σου, πρόκειται για κινηματογραφικό δίσκο.

Στο σύνολό του το πόνημα είναι μεγαλόπρεπο, σαρωτικό και κλείνει στόματα, αποδεικνύοντας ποια σκηνή κρατάει ζωντανό το ιδίωμα. Σε μια χρονιά που το ισλανδικό black metal οργιάζει, οι Svartidauði έρχονται να μας θυμίσουν γιατί το black παραμένει ένα από τα πιο ιδιαίτερα ιδιώματα. Με έναν δίσκο γεμάτο ένταση, πάθος και τελετουργική υφή αγγίζουν μια δική τους κορυφή και εξελίσσουν περαιτέρω το αγαπημένο μου ιδίωμα…

Back to black

Μετά από πολύ καιρό, επιστροφή στο Matrix, σύντομα κοντά σας με συνεντεύξεις και κριτικές !

Misþyrming – Söngvar elds og óreiðu (2015)

Τη σκηνή φέτος μέχρι στιγμής την κρατάει η Σκανδιναβία. Και τούτοι οι Ισλανδοί έχουν παίξει τεράστιο ρόλο σε αυτή την ηγεμονία.Το ντεμπούτο τους κυκλοφόρησε φέτος, από την αγαπητή Fallen Empire Records, και συνιστά έναν black metal δίσκο δύστροπο που έρχεται να καλύψει πολλά κενά. Και τα καταφέρνει.

Αρχικά η ατμόσφαιρα είναι βγαλμένη από το Ισλανδικό ημικαταθλιπτικό σκότος και ψύχος που για μισό εκατομμύριο ανθρώπους σε εκείνη τη γωνία της γης λέγεται «καθημερινότητα». Τονίζω απλώς πως φώτα κατά την ακρόαση δεν συνίστανται.

Αυτό που σε πρώτο επίπεδο διακρίνει κανείς είναι ένας συνδυασμός επιθετικών στιγμών, συναισθηματικών κορυφώσεων (ελάχιστων) και δύστροπων μουσικών θεμάτων. Και όλα αυτά με μια απόμακρη παραγωγή που απλώς σε κάνει να αισθάνεσαι υπερβολικά άβολα σε σημεία.

Ιδιαίτερης μνείας χαίρουν τα φωνητικά. Απεγνωσμένα, επιβλητικά, ηγεμονικά, τρομακτικά, ψυχρά, κοινώς μια από τις καλύτερες φωνές του ιδιώματος, που εδώ αξιοποιεί την τεχνογνωσία των DsO, φιλτράροντάς την μέσα από τις ανάγκες του υλικού που συνοδεύει.

Τα μουσικά θέματα που αναδεικνύουν οι κιθάρες αποπνέουν είτε ένα ψύχος απαράμιλλης ομορφιάς, είτε μια επιθετικότητα που όμοιά της είχα να ακούσω από τον δεύτερο δίσκο των Antaeus. Η πλάστιγγα προφανώς γέρνει υπέρ των καταθλιπτικών στιγμών, μιας και η γενικότερη ατμόσφαιρα είναι προσανατολισμένη εκεί. Ορισμένες φορές δεν αποκλείεται κατά τη διάρκεια της ακρόασης να χαθείτε, αλλά αυτό είναι μέρος του σχεδίου. Τα βίαια ξεσπάσματα θα σας επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Οι συναισθηματισμοί τους είναι εκθαμβωτικοί.

Μαγευτικός δίσκος που δημιουργεί με το έτσι θέλω μια νέα πραγματικότητα, μέσα στην οποία ζεις και δεν σε ενδιαφέρει τίποτε άλλο, όσο ακούς αυτή τη μουσική. Η μακάβριες φωτογραφίες που ακολουθούν θα ξεδιαλύνουν κι’ άλλο το τοπίο. Απλά θεοί.

band

cover

Slaegt – Ildsvanger (2015)

Μέχρι στιγμής η πιο ευχάριστη έκπληξη του 2015, και σίγουρα η πιο εύκολη ως προς την περιγραφή. Νορβηγικό black metal αρχών δεκαετίας του ’90, ενταγμένο στα ηχητικά πλαίσια του ντεμπούτου του Burzum, με ένα αισθητό πασπάλισμα από την αισθητική του A Blaze In The Northern Sky. Το ευχάριστο της υπόθεσης είναι ότι ο αυθορμητισμός των Δανών είναι τέτοιος, που, σε συνεργεία με τον απαράμιλλο οίστρο τους, δημιουργεί ένα αριστούργημα με πανέμορφη ροή. Τα δέκα κομμάτια του κυλάνε αβίαστα, οι τύποι βασανίζουν τα όργανά τους χωρίς να φοβούνται τίποτα, ούτε τη χρήση της μελωδίας, ούτε ένα touch από punk. Τα φωνητικά δεν συνιστούν κάτι το ιδιαίτερο, αλλά εδώ είναι που κρίνονται όλα : στο πόσο old – school είναι ο δίσκος, και στο πόσο παγερά αδιάφορους παίζει να τους αφήνουν τέτοια ζητήματα. Το drumming θυμίζει πρώιμους Burzum (συχνές αλλαγές), αλλά η μαγεία κρύβεται, μεταξύ άλλων, και στην παραγωγή : αυτή η ζεστή κασετίλα που κυριαρχεί στον χώρο, με το που θα βάλεις το δίσκο, που θυμίζει τα βόρεια ορόσημα αυτού του είδους, και που έχει να πει πώς δίπλα στο αριστουργηματικό A Umbra Omega, θα χώνουμε πού και πού κάτι τέτοια διαμάντια που ένας θεός ξέρει γιατί κυκλοφορούν με καθυστέρηση εικοσαετίας.

cover

 

Devouring Star – Through Lung And Heart (2015)

Οι Φινλανδοί Devouring Star (τρομακτικά όμορφο όνομα) κυκλοφορούν φέτος το πρώτο τους πόνημα, με τον ανατριχιαστικό τίτλο Through Lung and Heart (οι συνειρμοί με το εξώφυλλο είναι καλοδεχούμενοι, σε καμία περίπτωση όμως ευχάριστοι).

Οι άγνωστοι μέχρι στιγμής τύποι επιδίδονται σε black metal με ξεκάθαρη Deathspell Omega αισθητική και λογική ως προς τη σύνθεση. Δεν την πατάνε όμως στα κρίσιμα σημεία, κάτι που αποτελεί ευτύχημα, αν μη τι άλλο. Αντιλαμβανόμενοι στο έπακρο το βάρος που έπεται της απόφασής τους να επιδοθούν σε αυτό το στυλ μουσικής με το καλημέρα (μόνο ένα demo προηγήθηκε), συνθέτουν με βάση τις δυνατότητές τους και αποφεύγουν τους μαξιμαλισμούς που ακολουθούν το εν λόγω υπο-ιδίωμα. Δουλεύουν αρκετά το σιδηροδρομικό riffing, χτίζουν τα κομμάτια τους χωρίς πολύπλοκες δομές, και ουσιαστικά χωρίζουν τα μουσικά τους θέματα σε δύο κατηγορίες : τα βίαια και ψυχοφθόρα, τα οποία συνοδεύονται από φρενήρης ρυθμούς στα τύμπανα (εξαιρετική επίδειξη ισχύος), και τα ξεκάθαρα ψυχοπλακωτικά, πιο αργά, πιο μελωδικά, ξεκάθαρα ένας φόρος τιμής στους Γαλλοφινλανδούς. Αυτό που με μάγεψε είναι η δυνατότητα του συγκροτήματος να δημιουργεί εξαιρετικά έντονες εικόνες με συγκεκριμένα riff, όπως, για παράδειγμα στο τελείωμα του Decayed Son Of Earth, όπου τίτλος και μουσική ταιριάζουν απόλυτα.

Μεγάλο πλεονέκτημα είναι τα μουσικά θέματα που θα συναντήσετε στα τρία πρώτα κομμάτια κυρίως, και τα οποία δίνουν μια αίσθηση μεγαλείου λίγο πριν τη συναισθηματική κατάρρευση.

Τα φωνητικά είναι τουλάχιστον αξιοπρεπή, κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος με αυτά του Aspa, αν και προφανώς η οποιαδήποτε σύγκριση είναι ανούσια. Είναι πιο επιθετικά και ταιριάζουν με τη αίσθηση ψυχικής φθοράς που με το καλημέρα θέτει ως στόχο ο δίσκος. Τα τύμπανα είναι αρκετά έξυπνα, δεν καταφεύγουν σε ζογκλερικά, και γενικώς αποτελούν σημείο αναφοράς.

Κορυφαία στιγμή του δίσκου είναι το τελείωμα του Decayed Son Of Earth, και, προφανώς, το μεγαλειώδες μεσαίο μέρος του To Traverse The Black Flame.

Παρότι οι Φινλανδοί έχουν δρόμο να διανύσουν (όπως φαίνεται από το τελευταίο – και μέτριο σε σύγκριση με τα υπόλοιπα τέσσερα – κομμάτι του δίσκου), σίγουρα παρέδωσαν έναν δίσκο άξιο ακροάσεων, με πολύ έξυπνη δομή και σωστούς χειρισμούς σε ζητήματα που οδηγούν είτε σε εξευτελισμό είτε σε θρίαμβο. Εις το επανιδείν.

Cover

Kêres – Eternal Wake (2014)

Η τελευταία κυκλοφορία του 2014 που έφτασε στα αυτιά μου, είναι το πιο πρόσφατο πόνημα αυτών εδώ των Φινλανδών (γνωστών στους κύκλους του underground χάρη στην προηγούμενη κυκλοφορία τους, το εξαιρετικό EP «Old Blood For A New Moon» ). Στο πρώτο τους full length, αποφασίζουν (ορθώς) να τιμήσουν τις ρίζες του ιδιώματος, και συγκεκριμένα αυτές που έχουν χαραγμένους πάνω τους τους ρούνους του Hvis lyset tar oss.

Μια ομιχλώδης παραγωγή αγκαλιάζει τα σχετικώς μινιμαλιστικά κομμάτια (μικρά σε διάρκεια, παρόλα αυτά) ενώ τα φωνητικά διατηρούν ένα σχετικά ωμό, γνήσιο «πρώιμο νορβηγικό» στυλ. Την όλη κλειστοφοβική και άκρως υποτονική (η πρώτη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό όποτε ακούω το δίσκο) ατμόσφαιρα εντείνουν σε σημείο ακρότητας τα όποια ambient θέματα. Τοποθετημένα σε κρίσιμα σημεία, ανεβάζουν κατηγορία τον δίσκο.

Όπως προφανώς και ένα άλλο χαρακτηριστικό του, τα διάφορα riff που θα συναντήσετε, τα οποία έχουν ξεκάθαρα rock αισθητική και καταβολές (κάτι που καθιστά το δίσκο γοητευτικά αλλόκοτο).

Η μόνη ένδειξη «αιρετικού» χαρακτήρα παρόλα αυτά (δεδομένου ότι ο δίσκος είναι back to the roots μέχρι θανάτου) είναι το εξαιρετικά θερμό και ηγεμονικό μπάσο, που σε σημεία φαίνεται να αναδεικνύει μελωδίες περισσότερο απ’ότι οι κιθάρες.

Δίσκος γραμμένος για αυτές τις μέρες που εκεί στο Βορρά ο ήλιος δύει πριν καν προλάβει να ανατείλει.

acov_tid236533

Sinmara – Aphotic Womb (2014)

Στον απόηχο του περασμένου (και αν μη τι άλλο ενδιαφέροντος μουσικά) έτους, παρουσιάζεται μετά κόπων (το εννοώ) η κριτική του παρόντος δίσκου. Οι Ισλανδοί Sinmara (μέλη και από Svartidauði) έρχονται από την (ιδανικά αραιοκατοικημένη) πρωτεύουσα της (ιδανικά αραιοκατοικημένης) χώρας τους.

Στο ντεμπούτο τους και μοναδική μέχρι τώρα κυκλοφορία τους επιδίδονται σε ανορθόδοξο μεν, σχετικά βατό δε black metal. Στην ουσία επιχειρούν (και κατορθώνουν) να εξορθολογίσουν την παράνοια των Deathspell Omega, και ως εκ τούτου αποφασίζουν να βασίσουν το όλο οικοδόμημα σε πιο standar νόρμες. Χρησιμοποιούν με άνεση το σιδηροδρομικό riffing, κάτι που αυτομάτως τους καθιστά βατούς, αλλά σε καμία περίπτωση απλοϊκούς. Παίζουν με περίπλοκες δομές, επαναλαμβάνουν θέματα σπάνια, κάθε κομμάτι συνιστά ένα ταξίδι με άγνωστο προορισμό (και διάρκεια, αν δεν ανήκετε σε αυτούς που κλέβουν και κοιτάνε τη διάρκεια του κάθε κομματιού), και εντελώς απρόσμενη και ευπρόσδεκτη συναισθηματική ποικιλομορφία. Π.χ, παρά το γεγονός ότι μια παρανοϊκή αύρα κατέχει τα ηνία, η εναρκτήρια επιθετικότητα του Shattered Pillars δεν σε προετοιμάζει κατάλληλα για τη συνέχεια, πολλώ δε μάλλον για τον αγωνιώδη συναισθηματισμό που διακατέχει επιλεγμένα σημεία του ομότιτλου. Τα ξεσπάσματα εδώ θυμίζουν τους Γαλλοφινλανδούς, αλλά είναι φιλτραρισμένα με μια πιο παραδοσιακή και «πατροπαράδοτη» νοοτροπία ως προς τη σύνθεση. Εν ολίγοις συνδυάζουν εν μέρει χαοτικές δομές με ακατάπαυστο σιδηροδρομικό riffing, εμπλουτίζοντας την όλη τελετουργία με εμπνευσμένο drumming (που σε σημεία μοιάζει να προσπαθεί να χαλιναγωγήσει τις κιθάρες) ενώ το μπάσο αποδεικνύεται κομβικό για τη συναισθηματικότητα. Τα δε φωνητικά ζέχνουν τάφο. Απλόχερα.

Εντύπωση θα προκαλέσει η απώλεια της αίσθησης του χρόνου κατά τη διάρκεια της ακρόασης (βοηθούν και τα διάφορα εφέ της ικανοποιητικής παραγωγής). Εντείνει μια προϋπάρχουσα (αν ακούτε το δίσκο όπως του αρμόζει, δηλαδή μόνοι, σε κλειστό χώρο, χωρίς φώτα, ξαπλωμένοι) κλειστοφοβία και αναδεικνύει τις κύριες αρετές του δίσκου : την αβυσσαλέα απομόνωσή του, τη γοτθική του μεγαλοπρέπεια και τη σκανδιναβική του ψυχρότητα, που τον καθιστούν σε σημεία απάνθρωπο. Όπως αρμόζει σε έναν δίσκο που φέρει τα σύμβολα του θανάτου.

sinmara aphotic womb front