Ο ήχος του Twin Peaks

Περπατούσα δίπλα από ένα μπαρ κάπου στη Μητροπόλεως νομίζω, όταν είδα τον Ινδιάνο στην ταμπέλα του. Το όνομα του μαγαζιού ήταν «Το νερό που καίει», και από εκεί κατέστρεφε το συκώτι του ένα πολύ αγαπητό μου πρόσωπο – δυστυχώς δεν προλάβαμε να το καταστρέψουμε πολύ μαζί, μας πρόλαβε η καραντίνα, το χτικιό και τα σχετικά. Μου άρεσε πολύ ο τίτλος πάντως, και με τη μια έκανα τη σύνδεση. Μια προ-εκμεταλλευτική κοινωνία, σαν αυτή των Ινδιάνων (πόσο αποκρουστικός όρος) δεν είχε πολλά πάρε δώσε με τις ουσίες. Αυτές τις γεννούν άλλα πράγματα, σαν αυτά που κάθε μέρα τα έχουμε στο πετσί μας δηλαδή.

Όπως και να έχει, το Νερό που Καίει είναι το ουίσκι, και ουίσκι έχω πιεί πολύ. Πάρα πολύ. Με γοητεύει αισθητικά όσο τίποτε άλλο, ακόμη και απ’ την πιο όμορφη γυναίκα που ερωτεύτηκα. Με γοητεύει το μπουκάλι, το κάψιμο, όλα.

Με γοητεύει κυρίως γιατί – και εδώ είναι το καλύτερα κρυμμένο μυστικό του – παραμένει ακόμη μια ουσία που στην αρχή της είναι  t r a n c e.  Ε ί ν α ι   t r a n c e.  Η έννοια προφανώς είναι παρεξηγημένη – κυριολεκτικά. Αυτό θα πει πως κατέληξε να σημαίνει κάτι διαφορετικό απ’ ότι κανονικά σήμαινε. Κανονικά σημαίνει μια κατάσταση που τα τριγύρω είναι αόρατοι νάνοι και συ γίγαντας.

Οι Ρωμαίοι λαθεμένα θεωρούσαν ότι οι Γερμανοί που αντιμετώπιζαν πέραν του Ρήνου ήταν σε τέτοια κατάσταση. Τέτοιο μίσος δε μπορούσαν βέβαια να το ερμηνεύσουν, και τα λουτρά αίματος κάτι δείχνουν.  Είναι βέβαια και τα δάση, και η ομίχλη, θεέ μου τη γοητεία…

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δε μπορούσαν πολεμιστές σε trance κατάσταση να είναι αποτελεσματικοί – χωρίς να αποκεφαλίζουν τους γύρω τους. Μένουμε με το μίσος λοιπόν, και οι Ρωμαίοι έστειλαν σκυλιά που όντως ήταν σε τέτοια κατάσταση.

Από τούτα βέβαια κρατούμε μόνον το σκότος, το δάσος και την ομίχλη. Και το t r a n c e.

Βλέπετε το t r a n c e είναι παρεξηγημένη έννοια διότι η ουσία είναι ό,τι ξεφεύγεις. Όχι κατ’ ανάγκη από κάτι κακό όμως. Απλώς ξ ε φ ε ύ γ ε ι ς. Και αυτό είναι που κάνει ο αγαπητός μου David Lynch. Προφανώς η πιο όμορφη γυναίκα στον μάταιο τούτο κόσμο είναι η Eva Green. Αλλά η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο, για τα μάτια της και μόνο, είναι προφανώς η Naomi Watts. Και η Watts κάπως μας μεταφέρει λόγω της ταινίας. Είναι τα μάτια, ηλίθιε. Είναι η επικοινωνία.

Αλλά είναι και η επίγευση. Μαθαίνουμε από τον Lynch και μαθαίνουμε επειδή η αισθητική είναι ακραία. Το χιούμορ είναι πραγματικά διάσπαρτο αλλά δεν νομίζω να γέλασε κανείς. Ακόμη και ελιτιστής να είσαι και να απόρησες για ποιόν λόγο Νορβηγοί να επενδύσουν σε ένα μέρος με βουνά και δάση (μέχρι να καταλάβεις ότι εκεί θα τους τα έδιναν φθηνότερα), δεν (θα έπρεπε να) σε νοιάζει. Τι μπορείς να πεις δηλαδή(ς) ; Ό,τι αποτελεί κάτι απόκοσμο και σουρεάλ ; Δεν είναι. Ποτέ (μάλλον) δεν θα είναι. Δεν θα είναι γιατί είναι ωμό, και το ωμό είναι φρέσκο και το φρέσκο αληθινό.

Επομένως επανερχόμαστε στο κατοπινό ερώτημα.

Ποια είναι η ορθή μουσική για να ακούς ενώ βλέπεις Lynch ; Η απάντηση ενυπάρχει στην λέξη t r a n c e. Και για τούτο τον λόγο παραπέμπουμε στα επόμενα κομμάτια/album. Θα πρέπει μόνοι/μόνες σας να βρείτε τα ambient κομμάτια στο πρώτο, δεύτερο και τέταρτο album των Burzum. Τούτο όμως είναι απλώς η εισαγωγή για κάτι άλλο. Και το κάτι άλλο είναι αυτό το υγρό. Η μούχλα του δάσους. Το χνώτο σου σα να νιώθεις ότι παίζεις σε σειρά.

Τι να κάνουμε. Ο ακραίος ήχος είναι αναγκαίος. Έχουμε ορίσει τον ακραίο ήχο αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν μπορείτε να κάνετε άλματα. Ο τελευταίος δίσκος των Eosphorοs εγκρίνεται, για τα νεκρά δέντρα. Γιατί είναι ομίχλη.

Το soundtrack του Twin Peaks είναι άψογο. Θα μπορούσε να έχει λίγή ακόμη Νορβηγία. Αλλά δε μπορούσε τότε η χώρα αυτή να πάει στην άλλη μεριά του Ατλαντικού.

Οπότε θα σας κρατήσουμε ενήμερους. Ένα αφιέρωμα θα ήταν αχρείαστο, ίσως.

Ο Bergman και η ακρότητα της σιωπής

Η ιδέα μου είχε έρθει αρχικά όταν άκουγα, πρωτοετής, τα EP των (Σουηδών) Gra και μου μαύριζε την ψυχή ο υπόκωφος, οριακά επιθανάτιος βήχας ενός γέρου ενώ ανακάτευε το τσάι του και έπαιζε ένα βαλς γερμανικό, ξέρετε, σαν εκείνα που άκουγαν οι Σουηδοί που συνεργάστηκαν με τους Ναζί. Η εικόνα που έφτιαξα στο μυαλό μου κάπως με χτύπησε μαζί με το Πάθος της Άννας, του Μπέργκμαν. Ένας μοναχικός τύπος να ταΐζει ένα σκυλί, μετά να προσπαθεί να μιλήσει σε μια γυναίκα, να της φτιάχνει τσάι. Λίγο μετά ξαναθυμήθηκα διακοπές στα Γιάννενα και την υποχρεωτική επίσκεψη στην εκκλησία.

Κάποια χρόνια μετά, μετά από μια πολύ χρήσιμη κουβέντα, κατάλαβα ότι πιο πολύ σημασία έχει το γιατί ακούμε κάτι, παρά το τι είναι αυτό που ακούμε. Τα μουσικά γούστα του καθενός μπορεί να διαφέρουν ακόμα και εάν μιλάμε για ίδιο πρόσωπο/άλλες καταστάσεις. Και ένα χρόνο μετά έτυχε να (ψίλο) δω το «Καλοκαίρι με την Μόνικα» του Μπέργκμαν. Αλλά όπως και να έχει, ο ήχος όταν τον ακούς απομονωμένος/α ξεκλειδώνει μια άλλη κατάσταση. Είναι σαν εκείνο το πολύ όμορφα ανατριχιαστικό πράγμα που είχε πει στο Westworld ο καλύτερος χαρακτήρας της (εξαιρετικής) σειράς, ότι δηλαδή από παιδί φανταζόμουν να παίζω σε ιστορίες, να είμαι κομμάτι τους. Η σύνδεση του Μπέργκμαν με ήχους για εμένα είναι κάτι αντίστοιχο. Είναι σαν να ζεις κάπως στο περιβάλλον που χτίζει.

Στο μικρό αυτό αφιερωματάκι θα παρουσιάσουμε σκόρπιες/άχρηστες/αδιάφορες σκέψεις σχετικά με το κατά πόσο ακραίος είναι ο Μπέργκμαν μιας και πραγματεύεται εντελώς ανθρώπινα θέματα, και άρα κατά πόσο ακραίος μπορεί να είναι ο ήχος που τον συνοδεύει ενώ περνάτε τις νύχτες σας βλέποντας τις ταινίες του.

Ο ακραίος ήχος δεν είναι κατ’ ανάγκη οι (ακραίες) εκδοχές του metal. Για εμένα, και για πολλούς άλλους, ακραίος ήχος είναι ο ήχος που διατηρεί μια απόσταση από την «νορμάλ» μουσική των τεσσάρων, πέντε λεπτών με την προκαθορισμένη δομή. Αυτά δεν λέγονται λόγω ελιτισμού (όπως θα καταλάβατε ακούμε Arctic Monkeys) αλλά επειδή όταν ένα κομμάτι διαρκεί 15 λεπτά και επί της ουσίας είναι δύο riff/μελωδίες/θέματα, απαιτεί από εσένα άλλη κουλτούρα. Η εκστατική ικανότητα της επαναληπτικότητας πατάει ένα βουλοκέρι γνησιότητας στα συναισθήματα. Ο ίδιος λόγος είναι που καθιστά τον Μπέργκμαν λιγότερο «μαζικό», σίγουρα περισσότερο «ακραίο». Το Persona βασίζεται οριακά ΜΌΝΟ σε διαλόγους και αυτή είναι η μαγεία του. Η σιωπή της ταινίας είναι εκκωφαντική εάν σκεφτείς ότι ανοίγεται ο άνθρωπος που υποτίθεται ότι γιατρεύει. Εδώ είναι η μαγεία των ακραίων εκδοχών της μουσικής, στις instrumental μορφές τους. Οικοδομούν την σιωπή για να τη γεμίσεις με την (κάθε) σκέψη σου – όπως είπαμε, σημασία έχει γιατί ακούμε κάτι, όχι τι ακριβώς ακούμε.

Η ακρότητα των Floyd έγκειται στο Animals και στην σκατοψυχία του The Wall, όταν σε εγκαλούν α) να το βουλώσεις και β) να ευθυγραμμιστείς. Το ίδιο ισχύει και με τους Neurosis. Δύσκολοι δίσκοι για σάπιες καταστάσεις, οριακά αυτοκαταστροφικές. Η διάρκεια και η ταμπέλα είναι που καθιστούν τους δίσκους αποτρεπτικούς. Κατά τα άλλα το A Sun That Never Sets θα μπορούσε να ακούγεται κάθε βράδυ, ενώ κάποιος λιποθυμάει από το αλκοόλ, μιας και το γέννησε μια σκηνή βυθισμένη σε αυτό.

Η σχέση του Μπέργκμαν με τον ακραίο ήχο σε ΚΑΘΕ εκδοχή του έχει να κάνει με την ίδια την κουλτούρα που ΑΠΑΙΤΕΙ αυτή η μορφή τέχνης. Προσοχή, όχι την ποπ σαπίλα του Λάνθιμου, που σκυλεύει την τέτοια μορφή έκφρασης με επιτηδευμένη ακρότητα (παιδί του Τρίερ, γαρ…) αλλά με μια ακρότητα ουσίας – όχι κυριολεξίας. Οι σκηνές βίας στον Μπέργκμαν είναι ελάχιστες – και όσες είναι, είναι αδιανότητα ακραίες όταν σε αγγίζουν.

Αυτό όμως που καθιστά τον ακραίο ήχο ευθυγραμμισμένο με τον Σουηδό είναι α) η επαναληπτικότητα και β) ο χειρισμός των συναισθημάτων.

Ο Μπέργκμαν ποτέ (μα ποτέ) δεν θα βγάλει τον έρωτα από μια ταινία, είτε μιλάμε για την Έβδομη Σφραγίδα είτε μιλάμε για το Καλοκαίρι με την Μόνικα. Είναι κομμάτι αυτού που σε διαμορφώνει και εάν (κάνεις ότι) δεν σε ενδιαφέρει, είναι επειδή κάποτε σε ενδιέφερε πολύ. Το ίδιο θα ισχύσει για τον ακραίο ήχο. Όχι για τα ποζεριλίκια και το «κακό» image αλλά επειδή η επιθετικότητα και η εσωστρέφεια έχουν μια διαλεκτική με την προσωπική ζωή του καθενός. Γιατί κατά τα άλλα, δε μπορώ να σκεφτώ παρά λίγους τρόπους για τους οποίους (σε) γονατίζει όλο το Paracletus… Ο ακραίος ήχος του Filosofem δεν έγκειται ούτε στα φωνητικά ούτε πουθενά αλλού, παρά μόνο στη διάρκεια, στην μονοτονία, στην κατάθλιψη. Σου πετάει στη μάπα 26 λεπτά κομμάτι στα μισά του δίσκου απλώς για να κάνεις καφέ και να συνεχίσεις την (όποια) κωλοζωή σου. Τα δύο Gebrechlichkeit μπορείς να τα ακούς για να κοιμηθείς επειδή είναι τόσο ομαλά σαν ροή και τόσο ΑΚΡΑΙΑ στο πώς σε χτίζουν σαν ακροατή. Το βουλώνεις και το ζεις. Κοινώς η αποστασιοποίηση ως μερική επαναφόρτιση και εξυγίανση.

Σκεφτείτε το Winter Light και μετά βάλτε το Im Wald να παίζει. Με κλειστά φώτα. Κυρίως γιατί η υπαρξιακή ακρότητα της σιωπής που διαπερνά όλη την ταινία θα σας «μιλήσει» και σε έναν δίωρο δίσκο που τα φωνητικά είναι τελείως (μα τελείως) υποτελή. Πόσο υπόκωφο είναι το κλάμα σε μια ταινία με τόση αόρατη ένταση.

Η σχέση Μπέργκμαν και ακραίου ήχου δεν έγκειται τόσο στην «Έβδομη Σφραγίδα» (την χρησιμοποίησε και ο Arioch στο ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ Salvation). Έγκειται στην σιωπή που επιτάσσει η επαναληπτικότητα του Persona, στην μοναξιά του «Πάθους της Άννας». Ο ακραίος ήχος δεν ακούγεται μαζικά, όχι επειδή είναι «υπεράνω» αλλά επειδή απαιτεί από εσένα κάτι για να σου δώσει το «μερτικό» του. Όταν ακούς μία ώρα δίσκο Tame Impala δύσκολα θα το νιώσεις το ίδιο με παρέα.

Η εξατομίκευση της ακραίας μορφής της τέχνης προσωπικά με εκφράζει γιατί καλύπτει μια άλλη πτυχή του ακροατή. Η προ – τελευταία κυκλοφορία των Paysage D’ Hiver κρατάει δύο ώρες. Η διάρκεια δεν σε αφορά καν. Είναι κομμάτι ενός κόσμου.

Η έκσταση του να τραγουδάς το «Τίποτα δεν πάει χαμένο» είναι ανεκτίμητη.

Το ίδιο όμως είναι και να περάσεις ένα βράδυ με τα 8 λεπτά του Ad Astra, ή τη μαγεία των Ulver. Εάν περισσέψει λίγη σελήνη, δοκιμάστε.

Υ.Γ.

Εάν νομίζατε ότι δεν θα έμπαινε (ως εισαγωγική φωτογραφία με την καλύτερη ηθοποιό του Μπέργκμαν και τον ίδιο, διαβάζετε λάθος μπλογκ.

Royal Blood – Typhoons (2021)

Ως ψυχικά κωλόγερος έχω έρθει σε επαφή με τις τρανταχτές αντιφάσεις του γούστου μου, στο βαθμό που καταλήγω να τις θεωρώ αστείες. Έχοντας εθιστεί σε ακούσματα τύπου Paysage d’ Hiver ή/και Arckanum το τελευταίο διάστημα, που και που επιλέγω να κάνω κανά διάλλειμα στον χωροχρόνο. Όταν καλοκαιριάζει και επιλέγεις να πιεις μια μπίρα σε ένα παρκάκι χωρίς να ακούς το αστικό soundtrack του βαλκανικού κωλοχανείου, οι επιλογές δεν είναι λίγες αλλά είναι ποιοτικά συγκεκριμένες. Σε κάθε περίπτωση οι Royal Blood κάθε καλοκαίρι σε αφήνουν με μια αίσθηση καβλάντας στα όρια του σέξι μόνο και μόνο για να φορέσεις το γυαλί ηλίου. Τους θέλω στο μπαρ, τους θέλω ακόμα και στην παραλία που δεν θα πάω. Τους θες στο πάρτυ ορκομωσίας, τους θες στο ψήσιμο αν και είναι αρκετά κάγκουρες για αυτό. Τους θες για να πετάξεις την ατάκα «δεν έχουν κιθάρα αλλά μόνο μπάσο με παραμόρφωση »

Η groove-ατη, σπαστική χιπστεριά τους, ο εθισμός των ρεφραίν, οι στίχοι που (οριακά δεν) είναι για τον πούτσο (εκτός ορισμένων σημείων), το χαλαρό feeling, οι στιγμές του King που λες ότι γαμώτο οι Magnet ίσως δεν είναι το μόνο soundtrack για έρωτα, οι μελωδίες που ξεχειλίζουν τεστοστερόνη 16χρονου στον 21ο αιώνα, τα τύμπανα που γαμάνε επειδή είναι πολύπλοκα απλά.

Μελωδιάρες, ρεφραίν (ναι), κομμάτια για να πατάς το repeat και να γαμάς τη ροή του δίσκου.

Οι Royal Blood είναι ομάδα Α’ Κατηγορίας, ακόμα και εάν δεν έχουν ύμνο επιπέδου Do I Wanna Know στο βιογραφικό τους. Εκτός εάν βάλω το King.

Υ.Γ. Το εξώφυλλο είναι για τον πούτσο αλλά αυτό επιβεβαιώνει την αισθητικά πτωτική πορεία τους.

Kryptograf – Kryptograf (2020)

Γενικώς δεν είμαι τύπος των ταξιδιών – τουλάχιστον δεν ήμουν μέχρι πριν μερικά χρόνια. Το soundtrack παίζει τεράστιο ρόλο, και αν κάτι θέλω είναι όταν ταξιδεύω η μουσική να ταιριάζει με αυτό που ζω. Όταν ταξιδεύω με παρέα θέλω Monster Magnet, Kyuss, Queens Of The Stone Age, και, βεβαίως, Sabbath. Σε χαλαρώνει. Ειδικά αν συνδυαστεί με επιστροφή από τη θάλασσα, τότε σίγουρα. Για αυτό δεν πολυταξιδεύω – και για αυτό όταν πηγαίνω Γιάννενα πηγαίνω πάντα μόνος, και το βράδυ για να προλάβω τα βουνά τη νύχτα (ίσως με Burzum ή Primordial). Κάθε κομμάτι και δίσκο τον συνδέεις με άτομα και καταστάσεις, σίγουρα με συγκυρίες. Τους Sabbath εγώ πλέον τους έχω συνδέσει με μια σύντομη σχέση που συνέπεσε με την πρώτη καραντίνα. Ήταν τότε που σε κάθε σόλο του Vol.4. θα έπινα ίσως λίγο ουίσκι, για να γίνει πιο έντονος ο συναισθηματισμός που βγάζουν αυτές οι γαμωνότες. Κοινώς τους έχω συνδέσει με συναισθηματισμό και ένταση, ίσως στο βαθμό που να καθόρισαν και γιατί μου αρέσουν οι DsO ή γιατί θεωρώ το solo του Comfortably Numb την πιο τέλεια σύνθεση που έχω ακούσει.

Όπως και να έχει, σε τέτοιες συνθήκες, ούτε ταξίδια, ούτε θάλασσα, ούτε (πολλές) παρέες. Δεν ξέρω αν ταιριάζει στους Kryptograf αυτό αλλά σίγουρα κάπως θα προσαρμοστούν στην φάση σας.

Όταν γράφονται αυτές τις γραμμές ισχύει το Φλεβάρης κουτσοφλέβαρος, πουτσόκρυο και τέτανος, και έχουν περάσει κάτι μήνες από τότε που πρωτοάκουσα τους Νορβηγούς. Αυτό δεν αναιρεί την καλοκαιρινή αύρα τους, ούτε το πόσο «παιχνιδιάρικοι» μπορούν να γίνουν. Έχουν ενδιαφέρουσα riff-οποιία, η οποία κοιτάει προς (πρώιμους) Sabbath, αλλά θα ρίξει και ολίγη από Zeppelin (να το πούμε ; θα το πούμε, μια ζωή μου αρέσουν οι μπάντες που αντιγράφουν οι Zeppelin, όχι οι ίδιοι οι Zeppelin). Αυτό που σου κάνει σίγουρα εντύπωση, είναι τα Ozzy-ισια φωνητικά. Καβλάντες, ευχάριστοι, και σε αυτό το σημείο επαγγελματίες. Έχουν αρκετά ψυχεδελικά σημεία διάσπαρτα, για να χαθείς στο δωμάτιό σου (που αλλού…) τα οποία δεν είναι του στυλ μου τόσο. Όταν πρέπει θα groove-αρουν (ορθώς). Τους προτίμησα για τα όμορφα ρεφραίν, τον συναισθηματισμό που βγάζουν με τον μελαγχολικό συνδυασμό φωνητικών/κιθάρας, κοινώς τα απλά υλικά με τα οποία σε ταξιδεύουν σε μια στιγμή που κάπως σου ήταν πιο απλό να βάλεις έναν δίσκο. Ίσως δεν είναι ο δίσκος που ακούς όταν πηγαίνεις στη θάλασσα, ίσως είναι ο δίσκος για μια μπίρα το βράδυ, ο δίσκος για να ακούς όταν γυρνάς από ραντεβού. Είναι τόσο απλοϊκά όμορφοι που εγκαταστάθηκαν στα ακουστικά μου για καιρό, χωρίς να έχουν καν τις κορυφώσεις εκείνες βέβαια των Sabbath, τις τόσο μεθυστικές. Αλλά δεν παύουν να είναι τίμιοι σε αυτό που κάνουν. Κάτι μήνες μετά ακούγονται μια χαρά.

Και το εξώφυλλο γαμεί (μετριοπαθώς…).

Funeral Mist

Οι Funeral Mist (για πολλούς το ευρωπαϊκό αντίπαλον δέος των αριστουργηματικών Leviathan) είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στο black metal. Ο Arioch ανήκει κατ’ εμέ στους 3 καλύτερους black metal τραγουδιστές (μαζί με Aldrahn και Attila) ενώ ταυτόχρονα πρόκειται για έναν από τους πιο κρίσιμους συνθέτες στον χώρο – καθότι προσωπικά δεν με έχει απογοητεύσει ποτέ, έχοντας κυκλοφορήσει δίσκους – σταθμούς. Μπορεί στην «πρωινή» του δουλειά, τους Marduk, η παραγωγή του να έρχεται με μεγαλύτερη συχνότητα, και η ποιότητα να αγγίζει σπάνια κορυφές (κάποιοι θα πουν ότι οι Marduk δεν την άγγιξαν ποτέ, και δεν θα διαφωνήσω), ωστόσο στους Funeral Mist, ο Arioch (κατά κόσμον Daniel Rosten) είναι λακωνικός και τόσο ουσιώδης όσο λίγοι. Με ελάχιστες κυκλοφορίες, και ταυτόχρονα όντας και ο ίδιος δυσεύρετος (σε σχέση με πολλές «περσόνες» του χώρου), ακολουθεί μια ιδιαίτερη πορεία η οποία προσωπικά με ικανοποιεί απόλυτα. Ένα αφιέρωμα στους Funeral Mist κρίνεται αναγκαίο, επειδή οι ίδιοι αποτελούν ένα κρίσιμο κεφάλαιο του ευρωπαϊκό black metal. Σημαίνουν πολλά για τον ακραίο ήχο και έχουν οικοδομήσει, με ογκόλιθους, το black metal της σύγχρονης εποχής. Κάποιος θα πει ότι δεν είναι τόσο ρηξικέλευθοι όσο οι DsO, ωστόσο αυτό  είναι το λάθος ερώτημα – κανείς δεν μπορεί να θεωρήσει ότι οι Teitanblood π.χ., παρουσιάζουν κάτι το πρωτοποριακό. Οι μαγεία και το μεγαλείο των Funeral Mist έγκειται αλλού. Εθιστικοί, ωμοί, μεγαλειώδεις, επικοί, ηγεμονικοί, με μια από τις καλύτερες φωνές του χώρου, έχουν σοδομίσει τα αυτιά μας ΜΟΝΟ με δισκάρες. Βουτάμε !

Τα 90’s… Bringer of Terror

Στα 90’s o Arioch κυκλοφόρησε επί της ουσίας 3 demo και ένα (θρυλικό) EP, το Devilry. Ένα Promo του 1995 παρουσιάζει κάποιες ενδιαφέρουσες ιδέες, όπως συγκεκριμένα riffs, ambient περάσματα, κάποιες δειλές μελωδίες, ωστόσο για μια πραγματικά αξιόλογη κυκλοφορία θα πρέπει κανείς να κοιτάξει στο Darkness Demo της ίδια χρονιάς. Το μόνο που μπορεί να σας ξενίσει σε αυτό το απολαυστικό, κατά τα άλλα demo, είναι τα φωνητικά του Arioch, τα οποία εδώ είναι «τυπικά» black φωνητικά και όχι αυτό το εντελώς ιδιαίτερο στυλ που εισήγαγε με το Devilry (και τροποποίησε με δραματικό τρόπο στα Salvation και Maranatha). Μουσικά η κυκλοφορία σπέρνει. Έχει αυτά τα εξαιρετικά, ηγεμονικά, σαρωτικά riffs που κάνουν πάντα την εμφάνισή τους στις κυκλοφορίες αυτής της μπάντα, και που προσωπικά τα θεωρώ σήμα κατατεθέν τους. Τα Dreams of a Time Before Time (με τα εξαιρετικά leads) και Blasphemy θα σας ξεσηκώσουν (το δεύτερο έχει μαγικά ambient περάσματα).  Ενδιαφέρον, χορταστικό demo, άξιο ακροάσεων και με ωραία αίσθηση «κασετίλας».

Την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί το Havoc Demo,  (ένα κομμάτι του θα το δούμε και το Devilry) το οποίο είναι επίσης ενδιαφέρουσα δουλειά. Προσωπικά το θεωρώ λίγο κατώτερο του προηγούμενο ωστόσο περιέχει την κομματάρα Nightside Phantom, ενώ σιγά σιγά ο Arioch διαμορφώνει ένα πιο «προσωπικό» στυλ. Υστερικές κραυγές, πιο «επιβλητικά» φωνητικά σε σημεία. Το σιδηροδρομμικό riffing απλώνεται καθόλη τη διάρκεια του demo, καθιστώντας το «τυπική» black κυκλοφορία των 90’s, ενδιαφέρουσα για τους «ταλιμπάν» του ιδιώματος (σαν και του λόγου μου).

Και το 1998, φθάνουμε στο Devilry EP.  

Η δήλωση του Arioch ότι κάτι ιδιαίτερο, κάτι ξεχωριστό, ξεκινάει. Το sample με τις γυναικείες κραυγές σε ανατριχιάζει, σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα. Το riffing, σιδηροδρομικό και σαρωτικό. Η φωνή του έχει μια δόση παράνοιας, αλλά κυρίως (εδώ) ακούγεται σαν βρυχηθμός. Σε άλλα σημεία νομίζεις ότι πνίγεται. Το μεγαλείο θα φανεί στο ΕΠΟΣ Bringer of Terror. Σχιζοφρενικά γέλια, βρυχηθμοί, ηγεμονική άρθρωση, απίστευτα riffs, σαρωτικά και ισοπεδωτικά. Εδώ ξεκινάει πραγματικά το μεγαλείο των Funeral Mist γιατί πρόκειται για κομμάτια που δεν μπορούν να περιγραφούν επαρκώς, η ένταση που σου μεταφέρουν είναι σχεδόν μεταφυσική. Το Devilry είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα του οράματος που έχει ο Arioch για το πως πρέπει να ηχεί το black metal. Σκληρό, αδυσώπητο, μεγαλοπρεπές και ενίοτε μελωδικό. Κυρίως όμως, πρέπει να είναι μουσική που μεταφέρει άγχος, φόβο. Η πρώτη μεγάλη κυκλοφορία τους, πρόδρομος του αριστουργήματος Salvation.

Τα 00’s… A (brutal) Sun Of Hope 

Το Salvation του 2003 είναι ένας κατακλυσμιαίος ογκόλιθος που δεν πρέπει να παραβλέψει κανένας, εάν εντρυφεί σε αρρωστημένα, ακραία, βίαια ακούσματα. Καμία αναφορά σε αυτόν τον δίσκο δεν μπορεί να γίνει χωρίς αυτές τις τρεις λέξεις. Κάθε κομμάτι, κάθε νότα, κάθε χτύπημα στα τύμπανα και κυρίως κάθε λέξη που βγαίνει από το στόμα του Arioch, είναι αριστοτεχνικά τοποθετημένα. Εάν black metal για εσάς δεν σημαίνει απλώς άψυχη κόπια και άκρατος μιμητισμός, αλλά συναίσθημα και πάθος, τότε το Salvation σας περιμένει. Με μια πανδαισία σαρωτικών, εθιστικών μέχρι και «συναυλιακών» (ενίοτε) συνθέσεων (Breathing Wounds, Bread to Stone), με βιβλική (επική) στιχουργία, με μακροσκελή «σιδηροδρομικά» έπη όπως το εθιστικό Circle of Eyes, ο Arioch θέτει τα δικά του standards για το πως πρέπει να ηχεί το ιδίωμα. Είναι τόσο μεγαλειώδης και επικός, τόσο βίαιος και ωμός, και ταυτόχρονα τόσο αρρωστημένος ο τρόπος που εξελίσσεται ο δίσκος, που δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις την κινηματογραφική ροή. Τον ήχο στα τύμπανα, που καθιστά τον ακροατή άμεσα θύμα των βιαιοπραγιών. Τα σαρωτικά riffs, (κυρίως σιδηροδρομικά) που είναι παρόντα (σχεδόν) σε κάθε κομμάτι και δεν αφήνουν τίποτα όρθιο, βιβλικά και αυτά σαν χείμαρρος. Είναι τόσο εξωφρενικά βίαιο και επικό το Bread to Stone, τόσο ανελέητος ο τρόπος που ξεσπάνε τα δύο πρώτα κομμάτια, που δεν αφήνουν στον ακροατή κανένα (χρονικό και συναισθηματικό) περιθώριο να αντιδράσει. Θέλω να επικεντρωθώ, ωστόσο, στα φωνητικά, γιατί συνοψίζουν με έναν εξαιρετικό τρόπο, τα όσα παρουσιάζει σε αυτόν τον δίσκο ο Arioch. Είναι η «ψυχή» αυτού του πονήματος, κατά την άποψή μου. Ο τρόπος που εκφέρει τις λέξεις είναι τόσο… αφύσικος  που σε μια (αποτυχημένη, μάλλον) προσπάθειά μου να τον περιγράψω, θα πω ότι τις προφέρει σαν να έχει γεμίσει το στόμα του με αίμα και εμετό. Αρρωστημένα φωνητικά, μεγαλειώδη μέσα στην σήψη τους, να κοινωνούν αυτούς τους βιβλικά γραμμένους στίχους, διεστραμμένους και αυτούς. Τα samples με τα οποία είναι διανθισμένη η εξαιρετικά προσεγμένη αυτή κυκλοφορία, εντείνουν το καταθλιπτικό σκότος το οποίο κινηματογραφικά δημιουργεί ο Arioch. Το Salvation τοποθετεί του Funeral Mist αυτομάτως όχι απλά στον ακραίο μουσικό χάρτη, αλλά στις κορυφαίες θέσεις. Σε ένα ιδίωμα που ποτέ δεν παύει να εκπλήσσει, η σηψαιμική διαστροφή του Salvation αφήνει το δικός της στίγμα, με ηγεμονική άνεση.

Για το Maranatha του 2009 καλούμαι να σκεφτώ έναν τρόπο να περιγράψω έναν από τους δίσκους που προσωπικά με σημάδεψαν όσο λίγοι. Το είχα ακούσει 2 χρόνια αφότου βγήκε. Με είχε κολλήσει στον τοίχο. Από το πρώτο δευτερόλεπτο μέχρι και το τελευταίο (όσο κλισέ κι αν ακούγεται).  Ίσως οι ταχύτητες πέφτουν κάπως. Δεν μπορώ να αποφασίσω εάν η ατμόσφαιρα είναι πιο άρρωστη από τον προκάτοχό του (το εξώφυλλο, προφανώς, προσφέρει έξτρα πόντους). Θέλω να σταθώ στα χρώματα. Δίνουν μια εικόνα του τι θα ακούσετε, κατά τρόπο οριακά μεταφυσικό. Η γυμνή γυναίκα θα σας φέρει στο νου τους (σοκαριστικούς) στίχους του Jesus Saves !. Ο άγγελος με τη σάλπιγγα, το (επικό) Anti – Flesh Nimbus. Αλλά κυρίως, η σήψη που αναδύεται από την εξαιρετικά προσεγμένη αισθητική του συνάδει όχι μόνο με την μουσική, αλλά και με τις ερμηνείες του Arioch. Εδώ διαφαίνεται, ξανά το μεγαλείο αυτού του τραγουδιστή. Πρόκειται (ίσως) για τις καλύτερες ερμηνείες του. Ακούστε πως ξερνάει τους στίχους στο White Stone, σαν να βρίσκεται σε παράκρουση. (λίγο) Πιο ξηρά φωνητικά σε σχέση με αυτά του Salvation, αλλά και πάλι, η στάμπα και η ποιότητα είναι εμφανείς.  Φτάνει στα όρια του, στο πως ωρύεται. Όχι (μάλλον) σα ψυχασθενής. Ωρύεται με έναν φανατισμό αντίστοιχο με αυτόν στην (απόλυτα ταιριαστή) ομιλία ενός (Αμερικάνου, μάλλον) πάστορα, που χρησιμεύει σαν εξαιρετικό sample, στο ΕΠΟΣ Blessed Curse, που κρατά 12 λεπτά και το πιο πιθανό είναι να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον όσων γαλουχήθηκαν στο κατά Vikernes Ευαγγέλιο τραγουδοποιίας.

Το Maranatha είναι ένα επικό έργο, μαύρο και αρρωστημένο, συνάμα όμως συναισθηματικό γιατί πως αλλιώς να περιγράψεις τα leads του Blessed Curse ? Πώς αλλιώς να μιλήσεις για το «ρεφρέν» του ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΟΥΣ Anti – Flesh Nimbus, με ένα sample – ψαλμωδία τόσο ταιριαστό, μέσα στην ειρωνεία του, που καταδεικνύει όλα τα σπουδαία που πράττει και παρουσιάζει ο Arioch σε αυτό το δίσκο. Τι να πεις για το ΒΙΒΛΙΚΟ mid – tempo σημείο που σκάει κάπου στο δεύτερο λεπτό του Jesus Saves !, τόσο επικό που θα ήθελες σίγουρα να το ακούσεις live, μέχρι που βέβαια, εάν τελειώσεις όλο το δίσκο, θα καταλάβεις…

Θα καταλάβεις ότι αυτός ο δίσκος και αυτός ο άνθρωπος πρέπει να ακούγονται από το δίσκο. Τόσο ισχυρός είναι ο αρνητισμός της μουσικής των Funeral Mist. Οι γρήγορες στιγμές προφανώς δεν εκλείπουν, ο δίσκος είναι μάλλον μοιρασμένος. Και εδώ η βιαιότητα είναι απαράμμιλη και πατάει στο λαιμό όχι απλώς ό,τι έχει κυκλοφορήσει με τους Marduk ο Arioch, αλλά και πολλά από τα εκτρώματα της σκηνής.

Μνημειώδης δίσκος, τομή για το συγκρότημα, όσο και για την NoEvDia που είχε την τιμή να έχει το logo της στο πίσω μέρος του δίσκου.

Macarbe 10s…

Και φθάνουμε στο Hekatomb, του 2018.

Δεν ασχολούμουν πολύ με το ιδίωμα εκείνη την περίοδο, οπότε όταν είδα ότι κυκλοφόρησε ο δίσκος, 9 (!) χρόνια μετά την εποποιία του Maranatha, σταμάτησα ό,τι έκανα. Ο τίτλος, όπως και όλη η αισθητική των Funeral Mist, μακάβριος, τρομακτικός, βουτηγμένος στον αρνητισμό. Μπορείς να σκεφτείς κάποιον μαζικό τάφο, στο νεκρό, ψυχρό δάσος που κοσμεί (άλλο) ένα εξαιρετικό εξώφυλλο.

Ο πιο βίαιος δίσκος τους. Η ατμόσφαιρα εδώ προκύπτει από το εντελώς ασφυκτικό συναίσθημα που επιβάλλουν οι ταχύτητες, τα (επικά) riff και τα (χουλιγκάνικα, σε σημεία) φωνητικά του Arioch. Λίγο διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με τους προηγούμενους δίσκους (όχι τόσα samples, πιο γρήγορες ταχύτητες). Είναι μαγικό το πως μπορεί και σαρώνει ακόμα και σε ένα «άθλημα» στο οποίο εξασκούνται κυρίως «συναυλιακές» μπάντες – οι περισσότερες εκ των οποίων, μόνο γέλιο (ή/και δάκρυα) θα σας προκαλούν μετά (και) από αυτόν τον εξαιρετικό δίσκο. Εδώ το πρώτο λόγο τον έχει η βία και το μακάβριο. Μεγαλειώδη κομμάτια, σαν το εναρκτήριο In Nomine Domini, και το (προσωπικό μου αγαπημένο) Within the Without επισφραγίζουν το μεγαλείο του δίσκου. Κομμάτια που βιώνονται, και που μόνο μερικώς περιγράφονται. Πως όμως να περιγράψεις και το Shedding Skin, όταν ο Arioch προκαλεί τον ακροατή με την ψυχωτική του ερμηνεία ; Πώς να μιλήσεις για το βιβλικό, προαιώνιο Metamorphosis, το αργό tempo του οποίου σε φανατίζει ; Το εντελώς καταθλιπτικό δε έπος Cockatrice, μας επαναφέρει στην αρχική παρατήρηση, ότι οι Funeral Mist αναγκάζουν τον ακροατή να νιώσει. Και εδώ είναι που (ξανά) βγαίνει νικητής ο Arioch. Στους καιρούς που ζούμε, όταν τα μεγάλα πράγματα δεν τα εκτιμάς όσο συμβαίνουν, αμφιβάλλω εάν το Hekatomb θα μνημονεύεται όσο οι προκάτοχοί του.

Το σημαντικό όμως είναι να μνημονεύονται οι Funeral Mist, ως ένας εκ των στυλοβατών του ακραίου ήχου. Και αυτό γιατί η μακάβρια αποφασιστικότητα τους, που έχει σα πυρακτωμένο σίδερο αφήσει το αποτύπωμά της στο black metal της εποχής μας, αναγκάζει τον παραλληλισμό με εκείνο τον πανέμορφο πίνακα του Ντύρερ, τη φρικτή συνοδεία του ιππότη, τον διάβολο και το θάνατο. Παρά τα εκτρώματα, παρά τη σήψη, τέτοια συγκροτήματα (θα) στέκουν.  

Arnaut Pavle – Arnaut Pavle (2020)

Με τους Φινλανδούς έχω ασχοληθεί χρόνια πριν, και όταν έμαθα ότι κυκλοφόρησαν full – length χαμογέλασα λίγο. Ευχάριστα ταξίδια στο χρόνο, όταν πρωτοάκουσα (στα Γιάννενα) το ντεμπούτο των Bathory, ή όταν έναν χρόνο μετά ανακάλυπτα την έξω από τα δόντια μαγεία του Monumental Possession, είναι σίγουρα ευπρόσδεκτα. Στον ομότιτλο δίσκο, οι Arnaut Pavle είναι ικανοποιητικοί. Black thrash με πάνκικη αισθητική, πιασάρικα κομμάτια και πάνω απ’ όλα riffs. Μικρές διάρκειες, συνθέσεις ευκολομνημόνευτες, συγκροτούν έναν δίσκο ευχάριστο (σίγουρα όχι φρέσκο). Οι τίτλοι τους δείχνουν χιούμορ και καβλάντα, όπως και ο τρόπος που αντιλαμβάνονται τη μουσική τους. Ευχάριστο μισάωρο για να αράξετε με μπίρα στο σπίτι και να προσποιηθείτε ότι όλα πάνε καλά, εν ολίγοις ένα μικρό ταξιδάκι πίσω στο χρόνο όταν πρωτοακούσατε Bathory ή Aura Noir, και νιώσατε έναν πρωτόγονο ενθουσιασμό (μπορεί και να ψευτοχορέψατε).

Είναι εμφανές ότι δεν παίρνουν τους εαυτούς τους στα σοβαρά, και αυτό τους δίνει πόντους. Αυτό που τους αφαιρεί είναι ότι το υλικό δεν αντέχει στον χρόνο, και για αυτό θα χρειαστεί να δουλέψουν. Βαδίζουν σε τεντωμένο σκοινί αλλά έχει (κάμποση) πλάκα.

Mgła – Age of Excuse (2019)

Υπάρχει μια πεπατημένη, μια μαυρομεταλλική πατέντα, που γεννήθηκε κάπου στα μέσα τις δεκαετίας του ’90 και έκτοτε έχει γεννήσει (μεταξύ άλλων και) εκτρώματα. Σε ένα ιδίωμα δε που εξακολουθεί να είναι το πιο προοδευτικό/ριζοσπαστικό, σπάζοντας όρια και στεγανά, όσοι εμμένουν να χρησιμοποιούν απλά υλικά κατασκευής και να επιδίδονται σε σιδηροδρόμους, παίζουν με την φωτιά. Οι Mgła δεν είναι τόσο ριζοσπαστικοί όσο οι (θεοί) Kriegsmaschine, είναι σίγουρα πιο άμεσοι αλλά ταυτόχρονα εθιστικοί και μεγαλειώδεις. Δεν διαφοροποιούν το στυλ τους σε σχέση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, ωστόσο εδώ έγκειται η ιδιαιτερότητά τους : στο πως με τους πιο απλούς χειρισμούς με «ανθρώπινα» φωνητικά, σωστή αίσθηση της μελωδίας, εμπνευσμένο drumming που συνδυάζει τεχνική και επαναληπτικότητα και εθιστικά refrain (ναι) παρουσιάζουν ένα σύνολο στο οποίο χάνεσαι αλλά και εθίζεσαι. Όσοι τους παρακολουθείτε χρόνια γνωρίζετε ότι το δίδυμο δεν απογοητεύει (σχεδόν) ποτέ. Εδώ είναι μεγαλειώδεις, σχεδόν επικοί θα έλεγε κανείς, σε σημεία πιο «παραπονιάρηδες» ωστόσο τέζα εκφραστικοί. Εδώ είναι που κερδίζει το Age of Excuse (γαμώ τους τίτλους). Στο πως αποπνέει ένα λυσσαλέο και συνάμα ωμό συναίσθημα που χτίζει έπη (όπως το ΙΙΙ) και το οποίο ήδη από τις πρώτες νότες πείθει για την ποιότητα του υλικού. Το πηγαίο συναίσθημα, σε ένα ιδίωμα που έχει υποφέρει πολλά, είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη.  Το κλειδί για να ξεκλειδώσει το αυτοκρατορικό μεγαλείο που (ξανά) παρουσιάζουν οι Πολωνοί, ως μια εκ των σταθερών δυνάμεων του χώρου. Προχωρήστε τυφλά.

Andavald – Undir skyggðarhaldi (2019)

Όσοι διαβάζετε το blog, γνωρίζετε την αγάπη που τρέφω για την ισλανδική σκηνή – η οποία εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον διανύει ένδοξες στιγμές. Το ημικαταθλιπτικό της σκότος, προσφέρει (άλλον) έναν δίσκο που πρέπει να βρει το δρόμο στα ηχεία σας. Με ένα πλούσιο line-up (μέλη από Draugsol -πρώην Kaleikr και Mannveira) αλλά κυρίως με εξαιρετική αισθητική, προσφέρουν στο κοινό ένα μικρό διαμάντι. Το όνομά τους δηλώνει την επιρροή από σατανικά πνεύματα, αλλά είναι το εξώφυλλο που θα σας συνεπάρει. Το όλο σκηνικό θυμίζει εφιάλτη και, ειλικρινά, το να το κοιτάς ενόσω ακούς το δίσκο είναι μια (επιπλέον) απόλαυση. Η ουσία όμως «κρύβεται» (και) αλλού. Σε αυτό που οικοδομούν στα σχεδόν σαράντα λεπτά του δίσκου. Έχοντας εμπεδώσει ότι η επαναληπτικότητα είναι το κλειδί τόσο για τον εθισμό, όσο και για την ατμόσφαιρα, αποφασίζουν να παρουσιάσουν τρία (σχεδόν) δεκάλεπτα έπη, στα οποία χάνεσαι (για πλάκα). Οι μελωδίες τους είναι (κάτι παραπάνω από) καταθλιπτικές, οι ταχύτητες δεν αλλάζουν (σχεδόν) πότε, αργές σε ρουφάνε προς την ανυπαρξία. Κομβικό για την συναισθηματική φύση του δίσκου, το ηγεμονικό μπάσο, ζεστό και πανταχού παρόν για να τονώσει τις μελωδίες τους. Ακούγοντας τον δίσκο με κλειστά φώτα, νιώθεις να χάνεσαι, να σε τραβάνε σε έναν κόσμο όπου δεν ξέρεις τι είναι αληθινό και τι όχι. Ο λόγος ; μα προφανώς (εκτός των άλλων) τα (πραγματικά) τρομαχτικά φωνητικά. Κάποιος θα (μπορούσε να) πει ότι είναι πολύ «ανθρώπινα», ότι δηλαδή δεν παρουσιάζουν τίποτε το ιδιαίτερο. Δεν θα μπορούσα να διαφωνώ περισσότερο. Ο τρόπος με τον οποίο ξελαρυγγιάζεται ο τραγουδιστής τους, σαν μανιακός, με γέλια βγαλμένα από τις παραισθήσεις των σχιζοφρενών, είναι ΑΚΡΙΒΩΣ ότι χρειάζεται ένα τέτοιο, «ιδιότροπο» υλικό, το οποίο έχει στόχο να κάνει τον ακροατή να αισθανθεί άβολα, κλειστοφοβικά. Και εδώ είναι που κερδίζουν (και) αυτό το στοίχημα οι Ισλανδοί. Στο πως οικοδομούν μια ατμόσφαιρά που απαιτεί ψυχικό σθένος από το ακροατή, ακριβώς επειδή συνδυάζουν μελωδία, φωνή, ταχύτητες, αισθητική, με τρόπο αξιοθαύμαστο. Όσοι ψάχνετε black metal που να θυμίζει τις πιο τρομακτικές και εκφραστικές στιγμές αυτού του ιδιώματος (αλλά και του ακραίου ήχου γενικότερα), τολμήστε το. Με φόβο αλλά και (πολύ) πάθος.

 

Teitanblood – The Baneful Choir (2019)

Μετά από (άλλη) μια ακρόαση ενός τόσο εθιστικού και ταυτόχρονα μεγαλειώδους δίσκου θα έπρεπε (θεωρητικά, πάντα) να είναι και κάπως πιο εύκολη η περιγραφή του. Ωστόσο τίποτα δεν μπορεί να γραφτεί, που να μην έχει ήδη γραφτεί, και αυτό με γεμίζει με ένα αίσθημα κενότητας, μπροστά στην αδυναμία μου να περιγράψω επαρκώς αυτό που ακούω. Η μουσική των Μαδριλένων, για άλλη μια φορά, είναι υπερσυγκυριακή. Δεν γερνάει, δεν αλλάζει, δεν «νιώθει». Δείχνει ακόμη, μετά από τόσα χρόνια, στην ίδια κατεύθυνση, αυτή της ανορθολογικής ωμότητας, του απάνθρωπου χάους, του τρόμου, της σχιζοφρένειας. Είτε μέσα από τα τον αργό, πηχτό σκοτάδι του Black Vertebrae, είτε μέσα από το ηγεμονικό μίσος που χύνει προς πάσα κατεύθυνση το Leprous Fire, είτε μέσα από το σαρωτικό μεγαλείο του Ungodly Others, που σκουπίζει ότι βρει μπροστά του, είτε μέσα από την εκστατική, εθιστική επαναληπτικότητα του (μεγαλειώδους) ομότιτλου έπους, είτε μέσα από την κάθε μια (τόσο, μα τόσο) σωστά τοποθετημένη νότα του Verdict of the Dead, με ένα σόλο σχεδόν (είπα σχεδόν) συναισθηματικό και βορειοευρωπαϊκό, το συγκρότημα κρατάει, για ακόμη μια φορά, την ποιότητα σε δυσθεώρητα ύψη.

Για τον  γράφοντα είναι ένα εκ των τριών ηγετικών συγκροτημάτων του σύγχρονου death metal, μαζί με Dead Congregation και Ulcerate. Δεν ξέρω εάν έχει (πολύ) νόημα να αναλύσω τι θα ακούσει κανείς με το που ξεκινήσει ο δίσκος, κυρίως γιατί, μέσα στην σοφία του, το συγκρότημα επέλεξε να χρησιμοποιήσει το ίδιο τις μόνες λέξεις που επαρκούν για να περιγράψουν την μουσική του. Οι τίτλοι των κομματιών μιλάνε από μόνοι τους. Τα φωνητικά είναι κυριολεκτικά τρομαχτικά, με έναν σχιζοφρενικό τρόπο, τόσο έντονη είναι η εμπειρία που θα νομίζετε ότι ακούτε φωνές. Οι ρυθμοί είναι τόσο ανελέητοι, που νιώθεις ότι σε δέρνουν. Τα riffs τους, σαρωτικά, ηγεμονικά, σκοτεινά και τόσο εθιστικά. Το χάος που ξεχύνεται από τα ηχεία, η παράνοια, η δήλωση ότι δεν υπάρχει καμία σταθερά, τα σόλο που εμφανίζονται από το πουθενά για να ξαναχωθούν στο σκοτάδι από το οποίο προήλθαν, όλα αυτά συντελούν σε έναν δίσκο (black) death που αποτελεί στολίδι τόσο για το συγκρότημα, όσο και για το ιδίωμα. Προχωρήστε τυφλά (εάν δεν το έχετε κάνει ήδη).

Sainte Marie des Loups – Sainte Marie des Loups (2018)

Ο κόσμος του black, ακόμη και όταν δεν είναι κατ’ ανάγκη ευρηματικός, παραμένει με έναν αποστομωτικό τρόπο σίγουρα ο πιο ποιοτικός. One man band, και Γάλλοι, παρουσιάζουν το πρώτο τους full length (διαθέσιμο στο bandcamp σε name your price αντίτιμο). Πρόκειται για μια άκρως ικανοποιητική κυκλοφορία, που, παρά την μικρή διάρκεια, θα σας «χορτάσει» ψυχρότητα. Η Burzum-ισια επαναληπτικότητα, με την την μαγική ιδιότητά της στον εθισμό και τον υπνωτισμό, δίνει εδώ εμφατικά το παρόν. Με μια «ωμή» παραγωγή και κανέναν συμβιβασμό ως προς τα (άκρως ικανοποιητικά) φωνητικά, και στίχους στην μητρική τους (κάτι που σίγουρα θα εκτιμήσετε) ξεχωρίζουν εύκολα από τον σωρό. Δεν ενδιαφέρονται να κάνουν επίδειξη τεχνικής, αλλά με έναν σκοτεινό, τελετουργικό τρόπο θα σας βυθίσουν στο τριπάκι τους, μέχρι να κολλήσετε και να πατάτε συνεχώς το repeat. Το σιδηροδρομικό, εθιστικό riffing τους είναι πραγματικά αξιομνημόνευτο, όπως και η χρήση ambient περασμάτων, που δημιουργούν την κατάλληλη καταθλιπτική ατμόσφαιρα. Προσεγμένη κυκλοφορία, εθιστική και με εξαιρετικό artwork. Super.