Ο λύκος της στέπας

Ο Έσσε όπως βλέπετε είναι ένας εκ των αγαπημένων μου συγγραφέων.

Και για αυτό μια «κριτική» σε αυτό το αριστούργημά του επιβάλλεται. Βέβαια αυτό που ακολουθεί δεν είναι κριτική. Ο όρος «θεοποίηση» νομίζω είναι πιο ταιριαστός. Και σε καμία περίπτωση υπερβολικός.

Το βιβλίο ξεκινά με ένα εισαγωγικό σημείωμα του ανιψιού της ιδιοκτήτριας του ξενώνα που διαμένει ο Χάρυ Χάλλερ, δηλαδή ο Λύκος της Στέπας, όπως ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό του (παίζει να είναι η πιο ηλίθια περίοδος που έχω γράψει στη ζωή μου). Ο ανιψιός μας πληροφορεί για την ιδιαίτερη προσωπικότητα αυτού του ήρεμου, μελαγχολικού, καταθλιπτικού και αδιανόητα μοναχικού μεσήλικα μισαθρώπου που ακούει στο όνομα Χάρυ Χάλλερ. Μας δίνει πληροφορίες για την ήρεμη συμπεριφορά του και μας μιλάει για συγκεκριμένες στιγμές (θα καταλάβετε γρήγορα ποιές) που δεν ανταποκρίνονται στην ιδέα που έχετε σχηματίσει για αυτόν, εντείνουν το μυστήριο και εξηγούνται στην πορεία.

Με το που τελειώνει ο πρόλογος αρχίζει ένας χείμαρρος κατάθλιψης, απόγνωσης, μελαγχολίας και μίσους για αυτό που αποκαλούμε «δυτικό πολιτισμό». Σε κάθε σελίδα ο Έσσε ξεσκίζει το σαπισμένο πτώμα της αστικής τάξης, αυτού του πολυκύτταρου παρασίτου που δεν λέει να καταλάβει ότι δεν έχει λόγο ύπαρξης σε αυτόν τον κόσμο. Ο Χάρυ περιπλανιέται στην πόλη και με κάθε αφορμή κοιτάει πίσω στη ζωή του και προσπαθεί να καταλάβει τι διάολο πήγε στραβά, γιατί είναι τόσο μόνος, γιατί μισεί τον εαυτό του, γιατί μισεί τους γύρω του…

Ο Χάρυ έχει δύο φύσεις. Μια ανθρώπινη και μια λυκίσια. Ο άνθρωπος μέσα του έχει μεγαλώσει με μικροαστούς, έχει συνηθίσει σε έναν τρόπο ζωής ήρεμο και προκαθορισμένο, συμπαθεί τους γύρω του, αισθάνεται θαλπωρή και επιφανειακή αλλά ισχυρή ικανοποίηση όταν διαμένει σε αστικές κατοικίες, μιλάει με αστούς για ασήμαντα αλλά διασκεδαστικά θέματα κλπ.

Όλα αυτά μέχρι να αναλάβει ο λύκος. Τότε αρχίζει να ξεσπά το μίσος για αυτόν τον πλαστικό πολιτισμό μιας χρήσης που παρότι πεθαίνουν όσοι ασήμαντοι τον δημιούργησαν και τον απολαμβάνουν, εξακολουθεί να υπάρχει, γιατί πάντα κάποιος θα βρεθεί να συνεχίσει την παράδοση της πνευματικής και ηθικής στειρότητας. Ο λύκος δεν μπορεί να μιλήσει με θείες για λουλούδια. Βαριέται. Δεν μπορεί να δειπνήσει με υποκριτές και ηθικολόγους που αρέσκονται σε μεγαλοστομίες. Αηδιάζει. Ο λύκος είναι στην ουσία ο μισάνθρωπος υπέρμαχος του πνεύματος, αυτός που δεν μπορεί να βρει τη θέση του σε αυτόν τον κόσμο του υλισμού και του «ζήσε τη ζωή σου». Ο λύκος δεν βρίσκει καμία λογική στην υποκρισία και στις κοινωνικές, ηθικές και συναισθηματικές συμβάσεις του δυτικού πολιτισμού. Δεν μπορεί να προσποιηθεί, είναι αγνός, αγνό είναι το μίσος του για το ψεύτικο, αγνή είναι η αγάπη του για το αληθινό. Περιγελά την μικροαστική αλυσίδα του υλισμού που δεν αφήνει τον άνθρωπο να αναζητήσει την αλήθεια σε κάθε της μορφή. Μισεί παράφορα κάθε τύπο, κάθε δέσμευση, κάθε μικροαστική σταθερά. Είναι το ζώο μέσα σε κάθε άνθρωπο. Και ας θυμηθούμε πως η λέξη ζώο βγαίνει από τη λέξη ζωή. Ο λύκος φτύνει στο πρόσωπο κάθε στιγμή εφησυχασμού που νιώθει ο μικροαστός μέσα στον υλιστικό παράδεισό του και θέλει να τρέχει στη στέπα της σκέψης του. Πραγματικά, δεν μπορώ να βρω τις λέξεις για να περιγράψω το μίσος που κρύβει μέσα του ο λύκος, οπότε σταματώ.

Απλά δηλώνω ότι η μισανθρωπία αυτού βιβλίου και αυτού του χαρακτήρα είναι σχεδόν γοητευτική.

Διαβάστε το.

Hermann_Hesse

Advertisements